Το «θανάσιμο» αμάρτημα του αταξίδευτου
Photo Credits: Shutterstock

Το «θανάσιμο» αμάρτημα του αταξίδευτου

[rt_reading_time postfix="minutes" postfix_singular="minute"] read
Share it:

Δεν υπάρχει ωραίο ταξίδι που να μην «φλερτάρει» με τα θανάσιμα αμαρτήματα, όπως τουλάχιστον τα κωδικοποίησε ο Δάντης: Αυτή η φωτεινή ρομαντική φιγούρα που έλαμψε στο σκοτεινό Μεσαίωνα, παίρνοντας το ρίσκο να ταξιδέψει στον Αδη για ένα οδοιπορικό ζωής στην Κόλαση, αναζητώντας το καθαρτήριο.

Δεν υπάρχει ταξίδι, περιπλάνηση, περιπέτεια, οδοιπορία, χωρίς εξοντωτικές ανηφόρες και επικίνδυνους κατήφορους, ούτε και ταξιδιώτης χωρίς αμαρτίες και ελαττώματα. Μόνο ο πρωτοτάξιδος είναι αναμάρτητος.

Ένα μόνο αμάρτημα δεν συγχωρεί ο ταξιδιώτης στον εαυτό του και το ταξίδι στον ταξιδευτή: Αυτό της Οκνηρίας. Της τεμπελιάς, της ακηδίας, της κυρίαρχης αδιαφορίας για κάθε τι νέο και άγνωστο. Το αμάρτημα της παραίτησης και αποχής από τις τρελές χαρές και ηδονές της ζωής, της έλλειψης κινήτρων και πρωτοβουλίας για δράση.

Δεν υπάρχει πραγματικός ταξιδιώτης, που να αφήνει τα άκρα του μυαλού του να μαγκώσουν στην παγίδα του φαύλου κύκλου της απάθειας, που να επιτρέπει στον εαυτό του να χρωματίζεται από τη γκρίζα, σχεδόν μελανιασμένη απόχρωση της ατονίας και της μελαγχολίας. Το ταξίδι του μυαλού όλα τα (αμαρτήματα) αντέχει, σαν κίνητρα για να γίνει πραγματική ζωή και βίωμα, για να μεταμορφωθεί ο μεταξοσκώληκας των ταξιδιωτικών ονείρων σε πεταλούδα δρόμου: Αλαζονεία, Οργή, Ζηλοφθονία, Απληστία, Λαγνεία ακόμη και Λαιμαργία. Το μόνο που δεν συγχωρεί το Ταξίδι είναι η Οκνηρία, το δόγμα «ταξιδεύω για να φύγω και όχι για να πάω κάπου», τη ματαιότητα, τη ματαιοδοξία. Δεν υπάρχει άλλωστε πόλη χωρίς το δικό της αμάρτημα. Η Μέμφις των ΗΠΑ, είναι η πρωτεύουσα της Λαιμαργίας και η Νέα Υόρκη μητρόπολη της απληστίας.

Οκνηρία: το «θανάσιμο» αμάρτημα του αταξίδευτου
Δεν υπάρχει πραγματικός ταξιδιώτης, που να αφήνει τα άκρα του μυαλού του να μαγκώσουν στην παγίδα του φαύλου κύκλου της απάθειας, που να επιτρέπει στον εαυτό του να χρωματίζεται από τη γκρίζα, σχεδόν μελανιασμένη απόχρωση της ατονίας και της μελαγχολίας.. © Shutterstock

Ο φθόνος έχει δηλητηριάσει τοξικά τον αέρα στο Μόντε Κάρλο του Μονακό και η Ματαιοδοξία ταιριάζει «γάντι» στο πλουμιστό αμερικάνικο Μαϊάμι. Στο Άμστερνταμ η λαγνεία κατοικεί στο Red Light District με τις βιτρίνες με τις ζωντανές κούκλες να δίνουν την αιγίδα τους στην πρωτεύουσα του αγοραίου έρωτα. Η Οργή γίνεται ένα με το Καράκας στη Βενεζουέλα, εκεί που οι δολοφονίες αποτελούν τουριστική ατραξιόν. Όμως η Οκνηρία δεν έχει πρωτεύουσα κι ας δίνουν χαριστικά τον τίτλο στο Πουέρτο Βιέχο, το απόλυτο λίκνο της νωθρότητας στην Κόστα Ρίκα με σήμα – κατατεθέν το κέντρο αποκατάστασης για τραυματισμένους βραδύποδες, τα πιο αργοκίνητα και νωθρά θηλαστικά στα 4 σημεία του πλανήτη.

Η Οκνηρία είναι ο λόγος για να μην ταξιδέψεις, είναι το εμβόλιο, το αντίδοτο του ταξιδιού, το φυσικό, συμβολικό, φιλοσοφικό και ιδεολογικό  του εμπόδιο, ένα εσωτερικό φρένο, μια «πτωχή συγγενής» της Απάθειας, μιας πανδημίας πολύ πιο επικίνδυνης και μεταδοτικής από τον COVID-19. Ο απαθής, είναι ο ταξιδιωτικά – νεκρός πολίτης που νοσεί από παντελή έλλειψη κινήτρων, καλωδιωμένος σε μια άθλια κι ετοιμόρροπη ΜΕΘ που συνδέεται μόνο με το ένστικτο της επιβίωσης και αυτοσυντήρησης, με το κυνήγι του χρήματος και της ασφάλειας και τη διατήρηση του δόγματος «να πεθάνουμε για να μην ζήσουμε κινδυνεύοντας».

Συλλέκτης μιας ιδιότυπης γκαρνταρόμπας με καρναβαλίστικες στολές – «άλλοθι για να μην πονέσει, τραυματιστεί, διακινδυνεύσει, λοξοδρομήσει» – ο απαθής και οκνηρός, μένει αταξίδευτος, κοροϊδεύοντας τον ίδιο του τον εαυτό με δήθεν κοινωνικά και εργασιακά ενεργούς ρόλους μιας ψευδεπίγραφης αέναης κίνησης και με «καπέλα» κάθε είδους και ύψους που του δίνουν λίγο περισσότερο μπόϊ από αυτό του τεζαρισμένου νεκροζώντανου: Το «καπέλο» του ανά τετραετία active ψηφοφόρου, του «ψηφιακού» οικογενειάρχη, του αναλώσιμου αφεντικού, του πεπερασμένου στελέχους, του socialmediακού ρήτορα και καταπέλτη που διαδηλώνει αναίμακτα και μουλωχτά στο ψηφιακό τεραίν για να αποσυρθεί αμέσως μετά στα υπόλοιπα αμαρτήματά του.

Οκνηρία: το θανάσιμο αμάρτημα του αταξίδευτου
Ο απαθής, είναι ο ταξιδιωτικά – νεκρός πολίτης που νοσεί από παντελή έλλειψη κινήτρων, καλωδιωμένος σε μια άθλια κι ετοιμόρροπη ΜΕΘ που συνδέεται μόνο με το ένστικτο της επιβίωσης και αυτοσυντήρησης, με το κυνήγι του χρήματος και της ασφάλειας και τη διατήρηση του δόγματος «να πεθάνουμε για να μην ζήσουμε κινδυνεύοντας». © Shutterstock

Ήσυχος, οκνηρός, κομπάζων βετεράνος για μια ζωή που (δεν) έζησε, με ατροφική, υπνωτισμένη και καθαρή συνείδηση ότι επειδή τα είδε στο ντοκιμαντέρ, επειδή τα βίωσε εικονικά στο Netflix, επειδή τα διάβασε, ίσως, κάποτε στα pocket ή στα coffee books, είναι σαν να τα έζησε. Οκνηρία για ένα ταξίδι που δεν τ’αξίζει… με άλλοθι, άλλοτε την αγωνιώδη κρίση χρήματος και την πανδημία υγείας και άλλοτε την επικινδυνότητα του εξωτικού προορισμού. Υπηρέτης του δόγματος «που να τρέχουμε τώρα!», ζώντας διαρκώς τη μέρα της μαρμότας – ο Οκνηρός λιμνάζει στη «λούπα» μιας πισίνας ενός εξοχικού που χτίστηκε με ιδρώτα, κολυμπάει στα όνειρα των διηγήσεων των φίλων του, καταβρέχεται στους καταρράκτες των ταξιδιωτικών του ονειρώξεων που ποτέ τους δεν θα γίνουν ταξίδι δρόμου.

Η προσπάθειά μας αυτή που βγαίνει σήμερα στον «αέρα», έχει πιστεύουμε νόημα για όλους εκτός από αυτούς: Τους οκνηρούς που βλέπουν το ταξίδι και κάθε προορισμό με το φίλτρο της ταλαιπωρίας, των εξόδων και των ρίσκων. Τους απαθείς που δεν συγκινούνται με τίποτα νέο και ενδιαφέρον. Τους μεμψίμοιρους που θεωρούν το ταξίδι – πολυτέλεια για λίγους και την περιπλάνηση μια γητεύτρα ηδονή που καταπίνει αμάσητους τους Οδυσσέες του σήμερα. Αν αυτός ο κόσμος πρέπει να αλλάξει κάπως ή κάπου, αυτό δεν μπορεί να γίνει αν πρώτα δεν αλλάξει ο τρόπος που ταξιδεύουμε. Που βλέπουμε το ταξίδι.

Αν ο δρόμος, η διαδρομή, η κίνηση, τα λαμπερά φώτα και τα ανείπωτα σκοτάδια της πορείας, δεν επανενωθούν με τον προορισμό. Αν δεν τελειώσουμε για πάντα με τα ταξίδια – διακτινισμού.

Αλλιώς καμία πόλη δεν θα ανθίσει μέσα μας, καμία χώρα δεν θα μας πολιτογραφήσει ταξιδιωτικά, κανένα ακίνητο δεν θα μας συγκινήσει, καμία αιχμηρή άκρη του κόσμου δεν θα τρυπώσει στο μυαλό μας για πάντα.

Το ταξίδι φυτρώνει στο μυαλό μας και ριζώνει εκεί. Ενδιάμεσα πρέπει να ανθίσει. Να το ζήσουμε.

Renova Deco
Smart Booking Title
Smart Booking

Explore More