Οι 5 πόλεις που «καθόρισαν» και «άλλαξαν» την ηλεκτρονική μουσική
Photo Credits: Lilian/Flickr

Οι 5 πόλεις που «καθόρισαν» και «άλλαξαν» την ηλεκτρονική μουσική

[rt_reading_time postfix="minutes" postfix_singular="minute"] read
Share it:

Από τη σκηνή του footwork στο Σικάγο μέχρι τον μινιμαλισμό της σκηνής του Βουκουρεστίου, αυτές οι πέντε πόλεις και οι μουσικές σκηνές του έχουν «καθορίσει» την ηλεκτρονική μουσική.

Η ηλεκτρονική μουσική αποτελεί μια κατηγορία με πολλούς θαυμαστές. Αυτές είναι οι πόλεις που αγαπήθηκαν όσο ποτέ από το κοινό τους.

Σικάγο

Κανείς δεν γνωρίζει ποιος ακριβώς «εφηύρε» τη house, αλλά το σίγουρο είναι ότι το Σικάγο είναι η γενέτειρά της. Στην αρχή της δεκαετίας του 1980, νέοι DJs όπως ο Frankie Knuckles άρχισαν να πειραματίζονται, δημιουργώντας έναν νέο ήχο βασισμένο στα 4/4 και σε drum machines όπως το Roland 808.

Χαρακτηριστικά κομμάτια της πρώτης εποχής του Chicago house είναι τα «Move Your Body» από τον Marshall Jefferson και «Can You Feel It» από τον Mr. Fingers (a.k.a. Larry Heard), τα οποία κυκλοφόρησαν από τη θρυλική Trax Records.

Στα ’90s, η house έγινε πιο θορυβώδης, πιο γρήγορη και πιο funky. Μέσα από τον πειραματισμό προέκυψαν η ghetto house και το footwork. Το τέμπο ανέβηκε κατακόρυφα και η μίξη hip hop και house γέννησε το νέο είδος το οποίο ήταν μία ωδή στην ιστορία της πόλης. Πέραν της μουσικής όμως, γεννήθηκε και ένα νέο είδος χορού: οι «μάχες» υπό τους ήχους των RP Boo, DJ Rashad, Jlin και πολλών ακόμη καλλιτεχνών είναι πάντα εντυπωσιακές, προσδίδοντας ακόμη διάσταση στη σκηνή του Σικάγο.

Βερολίνο

Τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ενέργεια που δημιουργείται σε ένα πάρτι χωρίς «ώρα λήξης». Οι Βερολινέζοι γνωρίζουν επακριβώς αυτήν την ενέργεια.

Ο «νέος» τρόπος διασκέδασης που εμφανίστηκε μετά την πτώση του Τείχους, καθιέρωσε το Βερολίνο ως την «παγκόσμια πρωτεύουσα» του clubbing.

Μετά την επανένωση Δυτικού και Ανατολικού Βερολίνου οι αρχές της πόλης άργησαν να «οργανωθούν», αφήνοντας την πόλη «ανοικτή» σε μία νέα γενιά καλλιτεχνών και ravers. Αυτή η ιδιομορφία συνέβαλε στη δημιουργία ενός καλλιτεχνικά προσοδοφόρου τοπίου και μίας νέας πολιτισμικής ταυτότητας για την πόλη.

Τα τελευταία χρόνια, ο διάλογος γύρω από την ώρα λήξης έχει φουντώσει, κάνοντας πολλούς να πιστεύουν ότι οι «μέρες της αφθονίας μας είναι μετρημένες».

Λονδίνο

Η dubstep μπορεί σήμερα να έχει φτάσει σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη, ωστόσο ξεκίνησε από μία μικρή, τοπική σκηνή του Λονδίνου. Μέρος-«κλειδί» στην ιστορία του είδους είναι η γειτονιά του Croydon στο νότιο Λονδίνο και ειδικότερα το μικρό δισκάδικο και μετέπειτα και δισκογραφική εταιρεία, Big Apple Records. Από την Big Apple κυκλοφόρησε το single «Red» από τον παραγωγό Artwork, ο οποίος έδειξε μία πιο σκοτεινή και πειραματική πλευρά της garage.

Επίσης καθοριστικό στην επιτυχία της dubstep ήταν το δίδυμο των Horsepower Productions. Το ιδιαίτερο στιλ τους καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τα πρώτα χρόνια του είδους, όπως φαίνεται ξεκάθαρα στη συλλογή του «Dubstep Allstars Vol. 1» από τον επίσης πρωτεργάτη του είδους DJ Hatcha.

Άλλα ονόματα που ξεκίνησαν την καριέρα τους από το Big Apple (και σήμερα θεωρούνται από τους κορυφαίους καλλιτέχνες του είδους) είναι οι Plastician, Skream & Benga, N-Type and Walsh, Chef, Distance, Mala & Coki (Digital Mystikz), Loefah & Sgt. Pokes και Kromestar.

Οι πρώτες βραδιές αποκλειστικά αφιερωμένες στους ήχους της dubstep ήταν τα πάρτι Forward>>, τα οποία ξεκίνησαν το 2001 από τον Tempa και τη Sarah Lockhart. Λίγο αργότερα το πάρτι βρήκε το «σπίτι» του στο θρυλικό club Plastic People, το οποίο χωρούσε με το ζόρι 200 άτομα. Μέχρι το 2005, η dubstep είχε «ταξιδέψει» ήδη σε όλο το Λονδίνο μέσα από τον πειραματικό σταθμό Rinse FM, ενώ την ίδια στιγμή δισκογραφικές όπως οι Hotflush, DMZ, Skull Disco και Reflex επέκτειναν τα όρια του είδους.

Η πραγματική τομή όμως ήρθε με τη δισκογραφική του Kode9, τη Hyperdub Records. Ορισμένοι από τους πιο επιδραστικούς καλλιτέχνες του είδους, μεταξύ των οποίων οι The Bug, Darkstar, Ikonika, Cooly G, Martyn, L.V. και Scratcha DVA, έχουν κυκλοφορήσει τη μουσική τους μέσα από τη Hyperdub. Η πιο θρυλική κυκλοφορία της δισκογραφικής όμως (και ένας από τους καλύτερους δίσκους όλων των εποχών) δεν ήταν αμιγώς dubstep. Ο λόγος για το «Untrue» του Burial, η καινοτόμα παραγωγή του οποίου κέρδισε την αναγνώριση κοινού και κριτικών.

Η εμπορευματοποίηση του είδους βέβαια δεν άρχισε να έρθει και καλλιτέχνες όπως ο Rusko και ο Skrillex αφαίρεσαν οποιοδήποτε πρωτοποριακό στοιχείο από τη μουσική, σερβίροντας τα ίδια τραγούδια σε επανάληψη και οδηγώντας στη μείωση του είδους.

Τελ Αβίβ

Το Τελ Αβίβ πάντα απέφευγε το mainstream. Η ηλεκτρονική μουσική «άργησε» να φτάσει στην ισραηλινή πόλη. Οι πρώτες σκηνές άρχισαν να ξεπηδούν στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Η trance δεν άργησε να «κατακτήσει» ολόκληρη τη χώρα, αλλά και να μεταφερθεί και στην Ελλάδα, όπου η σκηνή της uplifting trance είχε μεγάλο κοινό στη δεκαετία του 1990.

 

Στο Τελ Αβίβ, η ηλεκτρονική μουσική (ειδικότερα η Goa trance) αναμείχθηκε με μουσικά όργανα και παραδοσιακούς τουρκικούς, ισραηλινούς και αραβικούς ήχους, οδηγώντας σε ένα νέο πρωτότυπο είδος.

Καλλιτέχνες όπως οι Infected Mushroom, Eyal Barkan, Astrix, Skazi και Moscoman ανέπτυξαν το νέο είδος, το οποίο εξαπλώθηκε ραγδαία μέσα από πολυάριθμα φεστιβάλ στο Ισραήλ και στην Ευρώπη.

Βουκουρέστι

Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, η Ρουμανία και συγκεκριμένα το Βουκουρέστι βρίσκονταν στο επίκεντρο της ηλεκτρονικής μουσικής παραγωγής και καινοτομίας. Ο «ρουμάνικος ήχος» γνωστός και ως «Ro-minimal» ξεχώρισε για τη μελωδική μονοτονία και την υπνωτική ατμόσφαιρά του.

Μέσα σε λίγα χρόνια με την ανάπτυξη του ίντερνετ και την ευκολία του διαμοιρασμού αρχείων, μία μικρή κοινότητα Ρουμάνων DJs απέκτησε πρόσβαση σε διαφορετικά στιλ και άρχισε να πειραματίζεται. Οι DJs Rhadoo και Pedro περνούσαν τα καλοκαίρια τους στην Ιμπιζα, φέρνοντας τις αποσκευές τους τους καλύτερους minimal techno δίσκο. Απογοητευμένοι με την έλλειψη εγχώριου υλικού αποφάσισαν να ξεκινήσουν οι ίδιοι την παραγωγή.

Η χαλαρή ρουμάνικη νομοθεσία επέτρεπε τη διεξαγωγή διήμερων πάρτι, στα οποία οι DJs άλλαζαν ανά πέντε με έξι ώρες, «χτίζοντας» σιγά σιγά τη μουσική τους. Δεν υπήρχαν κρεσέντο, αλλά «σταδιακή έκσταση».

Η μουσική τους δεν κυκλοφορούσε διαδικτυακά. Η σκηνή προτιμούσε τις περιορισμένες κυκλοφορίες βινυλίων, δημιουργώντας μία φανατική ομάδα «πιστών». Σήμερα αυτή η προσέγγιση ακολουθείται από πολλές δισκογραφικές σε όλο τον κόσμο.

με πληροφορίες Time Out


Διαβάστε επίσης

Από το «Cognac Imperiale» στην βιολογική βότκα με ελαιόλαδο Καλαμάτας

Το πρωινό της Μέσης Ανατολής θα σε γεμίσει ενέργεια

«Πόλεμος» για τα ακίνητα στις εταιρείες βραχυχρόνιων μισθώσεων

3 μη συμβατικοί τρόποι ταξιδιού για εναλλακτικό τουρισμό το καλοκαίρι

Οι 5 αγαπημένοι προορισμοί στην Ευρώπη για τους Αμερικανούς

Smart Booking Title
Smart Booking

Explore More