«26 φέτες ψωμί» από τα τραπέζια όλου του κόσμου
Photo Credits: Shutterstock

«26 φέτες ψωμί» από τα τραπέζια όλου του κόσμου

[rt_reading_time postfix="minutes" postfix_singular="minute"] read
Share it:

«Όλες οι λύπες είναι λιγότερες με το ψωμί» είχε πει ο Θερβάντες, δεν είναι ο μόνος όμως που έγραψε γι’ αυτό. Ο Ηρόδοτος μας διηγείται την περίεργη ιστορία ενός πειράματος που περιλαμβάνει το ψωμί. 

Κατά τον Ηρόδοτο λοιπόν, ο 26ος Φαραώ της Αιγύπτου, Ψαμμήτιχος Α’, ήθελε να ανακαλύψει ποια ήταν η αρχαιότερη γλώσσα. Δύσκολο αποδείχτηκε το εγχείρημα αφού δεν κατάφερε να καταλήξει κάπου και έτσι κατέφυγε σε ένα παράξενο και ταυτόχρονα σκληρό πείραμα. Πήρε δύο τυχαία βρέφη και τα έδωσε σε έναν βοσκό για να τα μεγαλώσει μαζί με τα κοπάδια του, τον πρόσταξε όμως να μην μιλάει με τα παιδιά και να του αναφέρει ποια θα ήταν η πρώτη λέξη που θα έλεγαν τα παιδιά όταν θα άφηναν πλέον τα «μωρουδίστικα».

Πράγματι, ο καιρός πέρασε, τα παιδιά μεγάλωναν με κατσίκες, και μια μέρα όταν ο βοσκός άνοιξε την πόρτα της καλύβας, τα παιδιά, που ήταν μαζί με το κοπάδι για περίπου δύο χρόνια, έπεσαν επάνω του και με τα χέρια τους απλωμένα προς τον βοσκό, άρχισαν να φωνάζουν «μπέκος!». Ο βοσκός στην αρχή δεν είχε καταλάβει τί είχε ακούσει, τα παιδιά όμως συνέχιζαν να επαναλαμβάνουν την λέξη και ο βοσκός έστειλε μήνυμα στον βασιλιά. Ο Ψαμμήτιχος, αφού ζήτησε να του στείλουν τα παιδιά για να την ακούσει και μόνος του, γύρισε τον κόσμο ανάποδα για να μάθει τελικά ότι «μπέκος» ήταν η λέξη που χρησιμοποιούσαν οι Φρύγες για το ψωμί! Έτσι ο Φαραώ, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι Φρύγες είχαν την αρχαιότερη γλώσσα.

Όλες οι γλώσσες του κόσμου, όσο αρχαίες κι αν είναι, έχουν ένα κοινό παρονομαστή: μια από τις κοινές τους λέξεις είναι το «ψωμί», αφού η κατάκτησή του διαχρονικά αποτελούσε τη βάση της διατροφής μας και εξελίχθηκε μαζί μας. Όπως λέει και μια σκωτσέζικη παροιμία: «ένα τραπέζι χωρίς ψωμί δεν είναι τραπέζι, αλλά ένα ψωμί είναι ένα τραπέζι από μόνο του» και αυτό αποδεικνύεται από την ποικιλία του σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης.

Πορτογαλία – Broa de milho και Pao de Deus

Ψωμί: Broa de milho
Broa de milho. © Shutterstock

Στη βόρεια Πορτογαλία, το καλαμπόκι και το φαγόπυρο αλέθονται σε μύλους με πέτρα, κοσκινίζονται και ζυμώνονται σε ξύλινες γούρνες για να μας δώσουν το γευστικά πλούσιο παραδοσιακό ψωμί broa de milho. Εν τούτοις, στην Πορτογαλία, εξίσου δημοφιλές είναι και το pao de Deus, που μεταφράζεται ως «ψωμί του Θεού». Το ψωμάκι αυτό που μοιάζει με το γαλλικό brioche, αρωματίζεται με ξύσμα λεμονιού, ρούμι ή βανίλια και καλύπτεται συνήθως με καρύδα και αυγά. Έτσι, ψήνεται μέχρι να αποκτήσει μια τραγανή και χρυσαφένια κρούστα.

Το pao de Deus, είναι βαθιά συνδεδεμένο με τη γιορτή των Αγίων Πάντων, όταν τα παιδιά πάνε από πόρτα σε πόρτα για να απαγγείλουν ποιήματα σε αντάλλαγμα για κάτι γλυκό, αν και απολαμβάνεται κάθε μέρα σαν πρωινό.

Ψωμί: Pao de Deus
Pao de Deus. © Shutterstock

Ο Μπαζ Όλντριν ήταν αστροναύτης και για την ακρίβεια ο δεύτερος άνθρωπος που πάτησε στην Σελήνη. Το πρώτο του γεύμα μετά την προσσελήνωση, ήταν ψωμί κι κρασί θείας Κοινωνίας.

Γαλλία – Pain aux noix και brioche

Ψωμί: Pain aux noix
Pain aux noix. © Shutterstock

Λογικά δεν υπάρχει πιο εμβληματική εικόνα για τη γαλλική κουζίνα από μια τραγανή μπαγκέτα, βουτυρωμένη ή συνοδευόμενη από ένα μαλακό τυρί και σαλάμι. Ποιος είπε όμως ότι το κρεμώδες τυρί ή το σαλάμι στη Γαλλία ταιριάζει μόνο με μια μπαγκέτα; Το pain aux noix είναι η τέλεια εναλλακτική για όποιο υλικό κι αν θέλετε να το συνδυάσετε. Η μαγιά, το αλάτι και το αλεύρι ολικής άλεσης, ανακατεύεται με σπασμένα καρύδια, καμιά φορά με φουντούκια, για να μας δώσει ένα σκουρόχρωμο καρβέλι, που ταιριάζει τόσο με μαλακά τυριά και αλλαντικά, όσο και με μαρμελάδες και μέλι.

Το brioche από την άλλη είναι ένας τύπος viennoiserie, δηλαδή το σταυροδρόμι μεταξύ της γαλλικής ζαχαροπλαστικής και της αυστριακής αρτοποιίας. Ή και το αντίστροφο. Στην ουσία πρόκειται για αρτοσκευάσματα πρωινού, όπως το σταφιδόψωμο και το κρουασάν, που ετοιμάζονταν για να συνοδεύσουν τον πρωινό καφέ. Το brioche, είναι γεμάτο βούτυρο, γάλα και αυγό και για μεγάλο διάστημα ήταν μια λιχουδιά που λίγοι μπορούσαν να απολαύσουν. Η ιστορία θέλει τους Βίκινγκ που εγκαταστάθηκαν στη Γαλλία τον 9ο αιώνα, όπου και μετονομάστηκαν σε Νορμανδοί (άντρες του Bορρά) να φέρνουν μαζί τους τα μυστικά για την παραγωγή του βουτύρου. Το brioche αναφέρεται με το όνομα αυτό για πρώτη φορά το 1404 και θεωρείται ότι είναι συνδυασμός των λέξεων bris και hocher, που σημαίνουν ζύμωμα και ανάδευση.

Brioche
Brioche. © Shutterstock

Η μπαγκέτα ξεκίνησε να παράγεται στη Γαλλία από το 1920 και μετά. Στην αρχή δεν είχε καμία διαφορά από τη δική μας φρατζόλα. Ένας νόμος όμως εμπόδιζε τους εργάτες να δουλεύουν πριν τις 4 τα χαράματα, και για να προλάβουν να έχουν έτοιμο το ψωμί μέχρι το πρωί, ξεκίνησαν να τις πλάθουν μακριές και λεπτές, οπότε ψήνονταν πιο γρήγορα. Το όνομά τους προέρχεται από το λατινικό bacalum που σημαίνει ραβδί. Παρεμπιπτόντως, για να έχει κάποιος το δικαίωμα στη Γαλλία να αποκαλεί τον εαυτό αρτοποιό, θα πρέπει δια νόμου να παράγει το ψωμί που πουλάει από το μηδέν.

Παραγουάη – Chipa

Ψωμί: Chipa
 Chipa. © Shutterstock

Η ρίζα του φυτού Μανιότη, γίνεται αλεύρι και ονομάζεται κασάβα ή μανιόκα ή γιούκα για να δημιουργήσει ένα ψωμάκι που ονομάζεται chipa. Μπορεί να ακούγεται παράξενο για βασικό συστατικό, όμως η chipa είναι κομμάτι της βασικής διατροφής στην Παραγουάη. Οι ιθαγενείς Γκουαράνι, αυτόχθονες του Αμαζονίου στην περιοχή μεταξύ Βραζιλίας, Αργεντινής και Παραγουάης, παρήγαγαν το ψωμάκι αυτό σε μια εποχή που το αλεύρι δεν υπήρχε στην περιοχή, ανακατεύοντας τη μανιόκα με λαρδί και γλυκάνισο. Αργότερα, κατά την αποικιοκρατία, μέσω των ιεραποστόλων, οι ιθαγενείς ήρθαν σε επαφή με υλικά όπως το γάλα και το τυρί, για να φτάσουν οι ιθαγενείς στην ολοκλήρωση της συνταγής όπως την γνωρίζουμε σήμερα. Παρόμοιο με το chipa είναι το κολομβιανό pan de yucca, μικρές μπάλες από αλεύρι μανιόκα με αυγά και τυρί, που είναι εξίσου δημοφιλές και στο Εκουαδόρ.

Το ψωμί γίνεται όλο και πιο γλυκό όσο το μασάμε, γιατί το σάλιο βοηθά στη διάσπαση του άμυλου.

Σαρδηνία – Pane carasau

Ψωμί: Pane carasau
Pane carasau. © Shutterstock

Το pane carasau είναι ένα ψωμί του οποίου τα ίχνη πάνω πίσω στο 1900-730 π.Χ. δηλαδή στη Νουραγική Εποχή. Στη Σαρδηνία το αποκαλούν και carta musica, γιατί φέρνει σε παλιά περγαμηνή μουσικής. Αυτό το ψωμί από σκληρό αλεύρι, μαγιά, αλάτι και νερό, είναι εξαιρετικά λεπτό και τραγανό αφού διπλοψήνεται, πράγμα που το κάνει να διαρκεί πάρα πολύ καιρό. Γι’ αυτό άλλωστε και οι βοσκοί το έπαιρναν μαζί τους σε ταξίδια στα ορεινά. Λέγεται ότι η γεύση του είναι έντονη και συνοδεύει σνακ και σούπες.

Το 1995 το βραβείο Guinness για το γρηγορότερα φτιαγμένο ψωμί πήγε σε μια ομάδα αρτοποιών στη Μοντάνα. Θέρισαν, άλεσαν και μετά με το αλεύρι που έφτιαξαν το ανακάτεψαν, το ζύγισαν και έψησαν μια φρατζόλα σε ακριβώς 8 λεπτά και 13 δευτερόλεπτα. Το μεγαλύτερο ψωμί πάλι ζύγιζε 1.571 κιλά και φτιάχτηκε από τον Joaquim Gonçalves στο Παρανά της Βραζιλίας, στις 13 Νοεμβρίου 2008.

Ιράν – Nan’e barbari, ή nan’e taftoon και nan’e sangak

Nan’e barbari
Nan’e barbari. © Shutterstock

Το Ιράν έχει μια πολύχρωμη και πλούσια κουζίνα που στους αιώνες της ιστορίας του έχει επηρεάσει τόσο την αραβική και την τουρκική, όσο και την ελληνική κουζίνα. Δεν γίνεται επομένως μια τεράστια χώρα σαν το Ιράν να αρκείται σε ένα και μόνο ψωμάκι! Nan στα φαρσί σημαίνει ψωμί και το υπόλοιπο όνομα διευκρινίζει το είδος του. Το όνομα barbari προέρχεται από τον χαρακτηρισμό που έδιναν οι Ιρανοί στους Χαζαρά, μια εθνοτική ομάδα που πιστεύεται ότι το παρήγαγε για να το παραδώσει στους Ιρανούς. Το Nan-e barbari, που μοιάζει πολύ με τη δική μας λαγάνα σε σχήμα, έχει τη βάση του στο σιτάρι, μια χρυσή κρούστα εξωτερικά, και είναι ιδιαίτερα ελαφρύ στο εσωτερικό του. Ψήνεται σε παραδοσιακούς κυλινδρικούς φούρνους tandoor, και πασπαλίζεται με παπαρουνόσπορο, σουσάμι ή σπόρους nigella.

Από την άλλη το nan’e taftoon, παρασκευάζεται σχεδόν πάντα από αλεύρι ολικής άλεσης, και ζυμώνεται με γάλα, αυγά και γιαούρτι. Η ζύμη του είναι ελαστική, σαν της πίτσας, και είναι ιδανικό για να τυλίγει μέσα του ένα ζουμερό κεμπάπ. Συνήθως πασπαλίζεται με σαφράν ή κάρδαμο.

Nan’e taftoon. © Shutterstock

Τέλος το nan’e sangak, το εθνικό ψωμί του Ιράν, είναι επίπεδο, από αλεύρι ολικής αλέσεως και παίρνει το όνομά του από τους θολωτούς πέτρινους φούρνους όπου ψήνεται. Στο παρελθόν ήταν το ψωμί του περσικού στρατού, και κάθε στρατιώτης είχε μαζί του μια σακούλα με πέτρες ή βότσαλα, για να μπορούν να ψήνουν ψωμί οπουδήποτε κι αν βρισκόταν.

Το μυστικό για τα ψωμιά που μοιάζουν με τη λαγάνα, δηλαδή είναι τραγανά απ’ έξω και αφράτα μέσα, κρύβεται στον ατμό. Ο ατμός ανοίγει τη ζύμη και όταν το ψωμί ψήνεται και μετά αρχίζει να κρυώνει, μένει απ’ έξω τραγανό, αφήνοντας μέσα μια αφράτη «τσέπη».

Ηνωμένο Βασίλειο – Crumpet και Scone

Crumpet
Crumpet. © Shutterstock

Οι Βρετανοί δεν είναι ξένοι με το έθιμο του πρωτοχρονιάτικού ποδαρικού. Ανήμερα το πρωί της Πρωτοχρονιάς, αφήνεται έξω από την πόρτα μια φέτα ψωμί, ένα κομμάτι κάρβουνο κι ένα ασημένιο νόμισμα. Αυτό υποτίθεται ότι φέρνει φαγητό, ζεστασιά και πλούτη το νέο έτος. Στη Μεγάλη Βρετανία, ένα από τα ιδιαίτερα ψωμιά είναι το crumpet (τηγανίτα). Πρόκειται για ένα στρογγυλό ψωμάκι που ψήνεται σε φόρμα για τηγανίτες, εξ’ ου και το όνομά του. Κατά τη Βικτωριανή εποχή έμοιαζε περισσότερο με τηγανίτα όμως με τον καιρό άλλαξε όψη. Πλέον, το αλεύρι ανακατεμένο με γάλα ή νερό, και μαγιά, ενίοτε με ζάχαρη ή αλάτι και baking powder ή σόδα, μας δίνει ένα ψωμάκι κάπως λαστιχένιο και αφράτο σαν σφουγγάρι.

Το scone, από την άλλη πλευρά, παρασκευαζόταν παραδοσιακά από βρώμη, αν και σήμερα ετοιμάζονται με σιτάλευρο, μπέικιν πάουντερ ή σόδα, βούτυρο, γάλα και αυγά. Το αν θα είναι αλμυρό ή γλυκό, αυτό είναι στο χέρι του μάγειρα. Είναι ένα ψωμάκι που ετοιμάζεται γρήγορα και ψήνεται στον φούρνο σε διάφορα σχήματα, στρογγυλά, τετράγωνα ή διαμάντια και απολαμβάνονται στο πρωινό ή απογευματινό τσάι. Λέγεται ότι την ονομασία τους την πήραν το 1500 από το Stone of Destiny, το μέρος στέψης των βασιλιάδων της Σκωτίας.

Scone
Scone. © Shutterstock

Το ψωμί συνοδεύεται από μια θλιβερή ιστορία κατά την βικτωριανή περίοδο. Το Λονδίνο ήταν η μεγαλύτερη πόλη και η μετακίνηση των πληθυσμών από την επαρχία είχε δεκαπλασιαστεί. Η βιομηχανοποίηση των βασικών ειδών διατροφής άνθιζε και μαζί και η νόθευση των προϊόντων, που οδηγούσε συχνά σε προβλήματα υγείας και στον θάνατο. Η αλυσίδα από την παραγωγή στην κατανάλωση έσπαγε σε περισσότερα κομμάτια, κι έτσι ο αλευράς δεν ήταν πλέον και ο αρτοποιός. Το ψωμί έγινε πείραμα και νοθευόταν συχνά με τα πιο απίθανα υλικά: κιμωλία, γύψος χειροτεχνίας, ακόμη και στυπτηρία αυξάναν την ποσότητα και το βάρος, μειώνοντας το κόστος του τελικού αγαθού! Αυτό οδήγησε στο να ψηφιστούν και οι πρώτοι νόμοι στην ιστορία το 1868, σχετικά με το τί και σε τι ποσοστό πρέπει να περιέχουν κάποια βασικά είδη. Πράγμα που πρέπει να θυμίζει ακόμη και σε εμάς σήμερα πόσο αναγκαίες και αναντικατάστατες είναι οι καλές και αγνές πρώτες ύλες.

Σουηδία – Knäckebröd και Limpa

Knäckebröd
Knäckebröd. © Shutterstock

Πέντε αιώνες πριν, όταν ακόμη το ψωμί θεωρείτο είδος πολυτελείας, εμφανίστηκε στη Σουηδία η παράδοση της παραγωγής του ψωμιού αυτού, που στα ελληνικά μεταφράζεται ως «τραγανό ψωμί». Αν μη τι άλλο, πιστό στο όνομά του, το knäckebröd, μοιάζει με παξιμάδι στην υφή και όχι στο σχήμα και διατηρείται για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, που ήταν μάλλον και το ζητούμενο της εποχής εκείνης. Έχει κυκλικό σχήμα, είναι ιδιαίτερα λεπτό, τραγανό, αν και πολλοί θα το χαρακτήριζαν σκληρό, και έχει ως βασικό του συστατικό το αλεύρι σίκαλης. Με τα χρόνια βέβαια, άρχισε να παράγεται και από άλλα υλικά όπως σπόρους λιναριού, ηλίανθους ή σουσάμι.

Αργότερα, άρχισαν να παράγουν και το limpa. Όταν ακόμη δεν υπήρχε πρόσβαση σε μαγιά, οι ζυθοποιοί έδιναν μαγιά από την παραγωγή μπύρας στους αρτοποιούς, που ανακατευόταν με τη σίκαλη, για να δώσει αυτή την σκουρόχρωμη αφράτη φρατζολίτσα με την ξεχωριστή γεύση.

Limpa
Limpa. © Shutterstock

Η Σκανδιναβική παράδοση θέλει ένα αγόρι και ένα κορίτσι που έχουν φάει από την ίδια φρατζόλα, να ερωτευτούν και να μείνουν για πάντα μαζί.

Ινδία – Puri, Chapati και Νaan

Όπου, όπως nan στα φαρσί το ψωμί, έτσι στα ινδικά γίνεται naan. Για την ακρίβεια, ανάμεσα στις σημειώσεις ενός Ινδό-Πέρση ποιητή του 14ου αιώνα, του Amir Kushrau, βρίσκεται και το naan. Και δεν είναι μόνο το όνομα που μοιάζει, αλλά και ο τρόπος ψησίματος. Το ψωμάκι αυτό, από λευκό αλεύρι, μαγιά, αυγά, γάλα, αλάτι και ζάχαρη, ψήνεται σε φούρνους tandoor, και παίρνει το σχήμα δακρύου με την ζύμη να κυλάει καθώς πέφτει στο τοίχωμα του φούρνου. Το naan, ετοιμαζόταν αρχικά σε δύο εκδόσεις κατά την απόφαση του αυτοκρατορικού δικαστηρίου του Δελχί, το naan’e –tunuk (ελαφρύ ψωμί), και του naan’e-tanuri που ψήνεται σε φούρνους tandoor.

Naan
Naan. © Shutterstock

Η Ινδία είναι μια μεγάλη χώρα με ιδιαίτερη μαγειρική κουλτούρα κι ένα ψωμί δεν φτάνει. Από τις βόρειες περιοχές έρχεται το puri, ένα άζυμο ψωμί φτιαγμένο από νερό και λεπτό ή χοντρό αλεύρι, που ενίοτε αρωματίζεται με κύμινο. Το ζυμάρι γίνεται μπαλάκια που τηγανίζονται μέσα σε μπόλικο φυτικό λάδι και μαγικά ανοίγουν στο εσωτερικό, ενώ η κρούστα αποκτά ένα υπέροχο χρυσαφένιο χρώμα και τραγανή υφή. Συνήθως, συνοδεύει πικάντικα πιάτα κάρυ.

Puri
Puri. © Shutterstock

Αν πάλι σας αρέσει κάτι πιο επίπεδο, τότε δοκιμάστε το chapati. Παίρνει το όνομά του από την λέξη chapat που στα Χίντι σημαίνει χαστούκι, γιατί η ζύμη ετοιμάζεται χτυπώντας την ανάμεσα στις παλάμες. Φτιάχνεται από αλεύρι ολικής άλεσης, νερό και αλάτι και συνήθως ψήνεται μέσα σε ταψί.

Το chapati είναι εξαιρετικά δημοφιλές και σε άλλες χώρες, όπως το Μπαγκλαντές, το Νεπάλ, το Πακιστάν, ακόμη και στην Κένυα. Ναι στην Κένυα! Όπου έφτασε στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν Ινδοί εργάτες εργάζονταν στην κατασκευή του σιδηροδρόμου που ένωσε την Ουγκάντα με την Κένυα κατ’ εντολή των Βρετανών.

Chapati
Chapati. © Shutterstock

Οι μελέτες έχουν δείξει ότι οι αρχαίοι Έλληνες έμαθαν την τέχνη της αρτοποιίας από τους Αιγύπτιους. Και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι από τους Έλληνες.

Ισλανδία – Dökkt rúgbrauð

Dökkt rúgbrauð
Dökkt rúgbrauð. © Shutterstock

Επειδή δεν διαβάζεται με τίποτα, καλό θα είναι να ξέρουμε τουλάχιστον πως προφέρεται. Το dökkt rúgbrauð εκτός από το όνομά του χρειάζεται και αρκετό θάρρος και κόπο για να ετοιμαστεί. Γιατί εκτός από την σίκαλη που είναι και το βασικό συστατικό του, θα πρέπει να βρίσκεστε κοντά σε ένα θερμοπίδακα Γκέιζερ ή κάποια θερμή πηγή, για να σκάψετε ένα λάκκο και να το αφήσετε να ψηθεί με την θερμότητα του εδάφους. Έχει ένα χαρακτηριστικό σκούρο χρώμα, και παρότι παλιά το μοναδικό συστατικό ήταν η σίκαλη, σιγά σιγά με τον καιρό άρχισε να συνδυάζεται και με βουτυρόγαλα, μελάσα και άλλους τύπους αλευριού.

Το Ερκολάνο ήταν μια αρχαία ρωμαϊκή πόλη που καταστράφηκε ολοσχερώς με την έκρηξη του Βεζούβιου. Στις ανασκαφές που έγιναν, ήρθε στη επιφάνεια ένα ψωμί 2000 ετών. Το Βρετανικό Μουσείο κατάφερε να αναστήσει την συνταγή του.

Λίβανος – Ka’ak και Manakish

Όσο η Ιταλία έχει την πίτσα της, άλλο τόσο έχει και ο Λίβανος το Μanakish του. Αυτό το απλό ζυμαράκι από σιτάλευρο, μαγιά, αλάτι και νερό, είναι το αγαπημένο πρωινό της χώρας. Παραδοσιακά στολίζεται με ελαιόλαδο και ζαατάρ, ένα μείγμα σουσαμιού, θυμαριού και σουμάκ, που τονίζει το άρωμα και την γεύση του και μετά μπαίνει σε ξυλόφουρνο. Το Manakish, που σημαίνει σφραγισμένο ή διακοσμημένο, μπορεί να σερβιριστεί και με ψιλοκομμένο κιμά, τυρί, σπανάκι ή τηγανιτές μελιτζάνες και το βρίσκετε σχεδόν παντού, αφού λόγω της γεύσης του και της χαμηλής τιμής του είναι το must του λιβανέζικου street food.

Manakish
Manakish. © Shutterstock

Το άλλο γνωστό σνακ της χώρας είναι to Ka’ak, ένα ψωμάκι που πουλιέται σε πάγκους παντού και είναι χαρακτηριστικό για το στρογγυλό του σχήμα, φουσκωμένο και κενό στην μέση, τραγανό στην κόρα του και με μπόλικο σουσάμι από πάνω. Και παρότι δεν έχει γέμιση, αυτό δεν σημαίνει ότι στα σπίτια δεν το γεμίζουν με ζαατάρ, λαχανικά ή τυρί.

Ka'ak
Ka’ak. © Shutterstock

Παρότι το ψωμί ήταν το πιο αποτελεσματικό εργαλείο για να καθαρίζουν τις τοιχογραφίες της Καπέλα Σιστίνα από τον 17ο αιώνα, οι επιστήμονες κατέληξαν ότι το ψωμί του τοστ, ακριβώς επειδή λειτουργούσε σαν σφουγγάρι, ήταν το πιο αποδοτικό όταν καθάριζαν την «Δημιουργία του Αδάμ».

Γερμανία – Pumpernickel και Pretzel

Ο Ναπολέων Βοναπάρτης στην εκστρατεία του ενάντια στην Πρωσία, ζήτησε να του ετοιμάσουν μια φρατζόλα από σίκαλη για το άλογό του. «Pain pour Nicole», διέταξε, δηλαδή «Ψωμί για τη Νικόλ», τη φοράδα του, και αυτό ακούστηκε μάλλον σαν pumpernickel στα αυτιά των Πρώσων. Οι Γερμανοί και οι γλωσσολόγοι πάλι, μάλλον δεν θέλουν να σχετίζουν τον Ναπολέοντα με το πιο δημοφιλές ψωμί τους και ισχυρίζονται ότι το όνομα προέρχεται από ένα συνώνυμο της λέξης pumpern που σημαίνει πομπώδης/πρησμένος και Nickel, έναν τύπο του ονόματος Νίκολας, που ήταν συνδεδεμένο με τον διάολο κατά το βορειογερμανικό ιδίωμα, δηλαδή «η πορδή του διαβόλου», με το συμπάθιο, όσο παράξενο κι αν ακούγεται αυτό. Το ψωμί είναι γνωστό για το σκούρο χρώμα του, το οποίο όμως δεν προέρχεται από πρόσθετα ή χημικά, αλλά από την αντίδραση Maillard, που του δίνει αυτό το σοκολατί χρώμα και έξτρα γεύση.

Pumpernickel
Pumpernickel. © Shutterstock

Η Γερμανία έχει παρεμπιπτόντως τη μεγαλύτερη ποικιλία από ψωμιά παγκοσμίως, 200 στο σύνολο, κι όμως το πιο διάσημο γερμανικό αρτοσκεύασμα στον κόσμο είναι το pretzel.  Το αλεύρι ανακατεύεται με τη βύνη, το αλάτι, τη μαγιά και το νερό και το αποτέλεσμα είναι μια ζύμη που ψήνεται σε σχήμα κόμπου μέχρι να πάρει το τέλειο χρώμα. Ενίοτε τα pretzel πριν ψηθούν μπαίνουν σε διάλυμα αλισίβας και τότε λέγονται laugenbrezel, δηλαδή παίρνουν μια βαυαρική χροιά, κρατώντας το εσωτερικό μαλακό και το εξωτερικό τραγανό.

Pretzel
Pretzel. © Shutterstock

Η αντίδραση Maillard, που πήρε το όνομά της από τον Γάλλο χημικό Louis-Camille Maillard, είναι μια αντίδραση μεταξύ αμινοξέων και σακχάρων που δίνει γεύση στο φαγητό και το ροδίζει και επιτυγχάνεται ταχύτατα σε θερμοκρασίες 140 έως 165 βαθμούς Κελσίου. Για να το κάνουμε κατανοητό, αρκεί να γευτείτε και να δείτε το χρώμα μιας βραστής πατάτας και μιας τηγανιτής. Βέβαια, στο τηγάνισμα, λόγω της αντίδρασης, ένα μεγάλο κομμάτι βιταμινών και άλλων θρεπτικών στοιχείων χάνεται. Κοινώς δεν είναι τυχαίο που λένε «κόψτε τα τηγανιτά».

Αίγυπτος – Aish baladi

Aish baladi
Aish baladi. © Shutterstock

Γεννημένο στην Αίγυπτο, το Aish baladi καταναλώνεται από την αρχαιότητα, από τότε που το έφτιαχναν με αλεύρι ζέας. Το ψωμί αυτό, παρασκευάζεται από ολικής άλεσης αλεύρι και ψήνεται σε υπερθερμασμένους φούρνους στις διάφορες αγορές των πόλεων. Είναι βαθιά συνδεδεμένο με τα αιγυπτιακά τραπέζια, από το πρωινό μέχρι το βραδινό γεύμα, καταναλώνεται από τον πιο πλούσιο μέχρι τον πιο φτωχό, που δεν είναι τυχαίο ότι του δώσανε το όνομα της ζωής (aish σημαίνει ζωή).

Πολύ πριν ο Φλέμινγκ ανακαλύψει την πενικιλίνη, οι αρχαίοι Αιγύπτιοι είχαν παρατηρήσει ότι η μούχλα πάνω στο ψωμί όταν ερχόταν σε επαφή με τραύματα, βοηθούσε στην επούλωση και αποφεύγονταν οι μολύνσεις. Από την άλλη, οι επιστήμονες έχουν καταλήξει στο ότι η κανέλα προλαμβάνει την δημιουργία μούχλας πάνω στο ψωμί. Ένα κλαράκι κανέλα μέσα στην σακούλα του ψωμιού του τοστ ή στην ψωμιέρα και το ψωμί διαρκεί περισσότερο.

Αυτό το λαστιχωτό, λιπαρό ψωμί είναι αρκετά ευέλικτο και μπορεί να συμπληρωθεί με μια σειρά συστατικών όπως χοντρό θαλασσινό αλάτι, ελαιόλαδο, βότανα, ντομάτες ή ελιές. Οι ιστορικοί τείνουν να πιστεύουν ότι εφευρέθηκε είτε από τους Ετρούσκους είτε από την αρχαία Ελλάδα, αν και έχουν δημιουργηθεί από καιρό άζυμο flatbread σε όλη τη Μέση Ανατολή.

Ιταλία – Ciabatta και Focaccia

Ciabatta
Ciabatta. © Shutterstock

Οι Ιταλοί «ζηλεύοντας» την όλο και αυξανόμενη ζήτηση για μπαγκέτες, δημιούργησαν την ιταλική απάντηση στην γαλλική αρτοποιία, την ciabatta. Το 1982, ο Ιταλός αρτοποιός  Arnaldo Cavallari εμπνεύστηκε αυτόν τον τύπο λευκού ψωμιού από μαγιά και αλεύρι σίτου, με τις χαρακτηριστικές τρύπες στην ψίχα. Το δε όνομα που εμπνεύστηκε στην κυριολεξία σημαίνει παντόφλα, ως αναφορά στο σχήμα του. Forza Italia λοιπόν, μιας και η ciabatta κατάφερε να γίνει ισάξιος αντίπαλος της γαλλικής μπαγκέτας στα σάντουιτς και στις μέρες μας κάθε περιοχή της Ιταλίας έχει και την δική της παραλλαγή.

Από την άλλη πλευρά η focaccia έχει ιστορία αιώνων. Πρωτοεμφανίστηκε στα ρωμαϊκά χρόνια από όπου παίρνει και το όνομά της, αφού σ’ αυτήν αναφέρονταν ως panis focacius, δηλαδή ψωμί εστίας, που σημαίνει ότι ψηνόταν σε φούρνο με κάρβουνα. Με τα χρόνια μεταφέρθηκε τόσο στην Γαλλία, όσο και στην Ισπανία, όπου ονομάζεται fouaisse και hogaza αντίστοιχα. Στην Τουρκία δε, μεταφέρθηκε από την δύση όπου ονομάστηκε pogaca, δηλαδή μπουγάτσα (μικρά αφράτα ψωμάκια που συνήθως πωλούνται γεμιστά και δεν έχουν σχέση με την δική μας μπουγάτσα). Όπως όμως στην Τουρκία, έτσι και στην Ιταλία θα την βρείτε με γέμιση, άλλοτε ντομάτας, ή ρίγανης, ακόμα και κρεμμυδιού ή αντσούγιας ειδικά στην Σικελία, όπου ονομάζεται sfincione. Ειδικά στο Παλέρμο είναι ένα διάσημο street food. Η ονομασία sfincione δε, προέρχεται από την αραβική asfanaj ή το ελληνικό σφουγγάρι, προσδιορίζοντας την αφράτη ψίχα.

Focaccia
Focaccia. © Shutterstock

Το σάντουιτς πήρε το όνομά του από τον John Montagu, τέταρτο κόμη του Σάντουιτς, ο οποίος είχε ζητήσει από τον υπηρέτη του να του φέρει το κρέας του μέσα σε δύο φέτες ψωμί, ώστε να μην χρειάζεται να λαδώνει τα χέρια του όταν ήταν στο κυνήγι ή έπαιζε χαρτιά. Όταν οι φίλοι του κατάλαβαν τι είχε κάνει, άρχισαν να λένε στους υπηρέτες τους «το ίδιο με τον Σάντουιτς», μέχρι που έμεινε το όνομα.

Αιθιοπία – Injera

Injera
Injera. © Shutterstock

Το Injera είναι ένα επίπεδο ψωμί, σαν πάνκεικ στο σχήμα ταψιού που φτιάχνεται από τεφ, τον μικρότερο σπόρο του κόσμου που μεγαλώνει στο αφρικανικό κέρας και θεωρείται σούπερ τροφή. Είναι συνδεδεμένο με την επιβίωση των Αιθιόπων και αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Τόσο σημαντικό που συνηθίζεται να ρωτάνε μεταξύ τους «έφαγες injera σήμερα» για να διαπιστώσουν ότι όλα πάνε καλά όταν η απάντηση είναι θετική. Η γεύση του λέγεται ότι είναι ξινή, ότι θυμίζει περισσότερο ψωμί με προζύμι.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο το 99% του πληθυσμού υπολογίζεται ότι αγοράζει ψωμί για το νοικοκυριό του. Με βάση τις στατιστικές πάλι, υπολογίζεται ότι ετησίως πετιέται το 32% στα σκουπίδια. Δηλαδή από ένα πακέτο ψωμιού για τοστ, οι τρείς φέτες κατά μέσο όρο στην Αγγλία πάνε στον κάδο.

Αρμενία – Lavash

Lavash
Lavash. © Shutterstock

Παρότι το lavash βρίσκεται σε πολλές χώρες του Καυκάσου, οι ειδικοί επιμένουν στο ότι είναι καθαρά αρμενικό στην καταγωγή του. Η ζύμη αποτελείται από σιτάλευρο, αλάτι και νερό και διογκώνεται με προζύμι. Όταν η ζύμη φουσκώσει καλά, φτιάχνουν μικρά μπαλάκια τα οποία ανοίγονται μέχρι να γίνουν τελείως επίπεδα και τότε τα χτυπάνε μέσα σε έναν πήλινο φούρνο που ονομάζεται tonir. Ανάλογα με την περιοχή της Αρμενίας, το ψωμάκι αυτό διαφέρει αρκετά στο μέγεθος και το πάχος, ενίοτε και στον τρόπο ζύμωσης.

Στην αρχαία Ρώμη το ψωμί και το σιτάρι ήταν τόσο σημαντικά που τα θεωρούσαν πιο αναγκαία και από το κρέας για την διατροφή. Οι στρατιώτες διαμαρτύρονταν όταν δεν τους δινόταν σιτάρι σαν επίδομα. Το κοινωνικό κράτος της Ρώμης βασιζόταν στην διανομή σιταριού στους κατοίκους της Ρώμης. Αργότερα, ήταν η ίδια η κυβέρνηση που έψηνε το ψωμί.

Smart Booking Title
Smart Booking

Explore More